Friday, February 10, 2006

#10 Νοσταλγία.

Η ζωή φέρθηκε καλά στον Φ. Όλα του είχαν έρθει όπως τα περίμενε. Όχι, όμως, όπως ακριβώς τα ήθελε. Ο Φ. ήταν ένα κλασικό μοναχοπαίδι. Σχεδόν κακομαθημένος, είχε ότι ζητούσε από τον περίγυρό του, ήταν το success story για όλο του το σόι. Παντρεύτηκε νωρίς, έκανε ένα παιδί, είχε μια πολύ καλή δουλειά και μια γυναίκα πίσω του να τον καλύπτει στα πάντα. Ακόμη και να κάνει τα στραβά μάτια όταν εκείνος ξενοκοιμόταν.

Καθώς ο Φ. μεγάλωνε, οι πάντες γύρω του παρατηρούσαν πιο προσεκτικά τη συμπεριφορά του, εξέταζαν το παραμικρό με πιο αντικειμενικό τρόπο και στο τέλος όλοι κατάλαβαν τη μεγάλη απάτη: ο Φ. ήταν πάντοτε απών! Ο εγωισμός του δεν του επέτρεπε ποτέ να δει γύρω του, να μοιραστεί κάτι δικό του και να δώσει το παραμικρό ακόμη και σ’ εκείνους που υποτίθεται πως αγαπούσε. Η στιγμή της σύγκρουσης με την πραγματικότητα των άλλων ήταν αναπόφευκτη.

Μόλις πάτησε τα 40 όλα του έφταιγαν. Και πάνω σ’ αυτή του την έκρηξη, όλοι βρήκαν την ευκαιρία να του πουν πως ποτέ δε βρισκόταν «εκεί». Στο σπίτι του, σαν πατέρας και σύζυγος. Στους φίλους του σαν ένα στήριγμα και μια αγκαλιά αγάπης. Στους γονείς που ξέγραψε όταν βρήκε υποκατάστατο φροντίδας. Στις περιστασιακές γκόμενες που θυμόταν μονάχα όποτε έπρεπε να γαμήσει. Ο Φ. ήταν μονίμως απών. Κι όταν όλοι ένοιωσαν πως μπορούν να ζήσουν μια χαρά και χωρίς αυτόν, βρέθηκε ξαφνικά τόσο μόνος όσο το τελευταίο ζωντανό πλάσμα στην πιο απόμερη άκρη του πλανήτη.

Η απουσία όλων αυτών των πραγμάτων δεν του ήταν συνηθισμένη, κι ας ζούσε σα να μην υπήρχαν όλοι οι άλλοι. Για πρώτη φορά, λοιπόν, ο Φ. άρχισε να κάνει διστακτικές απόπειρες να βγει από τον εαυτό του, να ζήσει στον κόσμο των άλλων και να δώσει παρουσία με πράξεις. Ήταν φανερό. Ο Φ. νοσταλγούσε τα πάντα γύρω του. Τον κόσμο που είχε πλάσει εν τη απουσία του. Το προσπάθησε, συνειδητά. Αλλά απέτυχε. Και κατέρρευσε.

Ο φύλακας στεκόταν και πάλι απορημένος έξω από το ολόλευκο, αδειανό κελί. Το μυαλό του δε μπορούσε να το συλλάβει, κι ας το έβλεπε μπροστά του, με τα ίδια του τα μάτια. Ο Φ. έμενε για ώρες έτσι, ανέκφραστος. Αιωρούμενος. Σε μια στάση που μαρτυρούσε πόσο απολάμβανε να ξαπλώνει έτσι, στο κενό. Ένας γιατρός, προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση, είχε πει κάποτε πως η νοσταλγία για πράγματα που μπορεί να μη μας ανήκουν, ή να μην είχαν υπάρξει ποτέ, έχει τη δύναμη να πραγματοποιεί τα πιο ασυνήθιστα φαινόμενα.

2 Comments:

Blogger Siaperas said...

υπέροχο!

9:05 PM  
Blogger vague tourist said...

Ευχαριστώ.

Περιέργως, ήταν η πρώτη ιστορία που δεν τράβηξε την προσοχή κανενός, τόσο ώστε να αποσπάσει το όποιο σχόλιο.

Ίσως σταματήσω να τις post-άρω...

3:07 PM  

Post a Comment

<< Home