Wednesday, March 30, 2005

Famous... used words.

If only I could sell myself
The way that even I would buy

Crosseyed and painless.

Χθες το βράδυ άνοιξα για λίγο την τηλεόραση. Αργά, μετά τη μια. Ανατρίχιασα. Ακόμη και ο Χαλιαβδέλλας δεν «έπαιζε» με εξωγήινες δυνάμεις και μυστήρια! Τα μισά κανάλια έδειχναν ράσα και μιλούσαν για κάποιο Βαβύλη. Δεν έβγαζα λέξη. Στον ΑΝΤ1 είχε «American Ninja». Έμεινα σ’ αυτό. Για σιγουριά. Άσε που κάτι μπορεί και να μαθαίνεις περί αυτοάμυνας...

Διαβάζω τα νέα για την υπόθεση της Terri Schiavo (ποτέ από την τηλεόραση, μόνο μέσω διαδικτύου). Απορώ για την αξιοπρέπεια σ’ αυτό τον κόσμο. Και το δικαίωμα στο θάνατο. Αντί να μιλάμε για τέτοια ζητήματα, για την ευθανασία ή και για την αποτέφρωση (άλλη πίκρα εδώ), για το πόσο η «μετά θάνατον ζωή» σου μπορεί να σταλεί στο πυρ το εξώτερο από τον όποιο ρασοφόρο, καθόμαστε και ασχολούμαστε με τα σκατά του κάθε τελευταίου. Ικανοποιούμε τη λαγνεία μας γύρω από το μεγάλο «όνειρο». Αυτό που σου παρέχει χρήμα κι εξουσία. Χαζολογάμε με ιδανικούς ήρωες στους οποίους θα θέλαμε κατά βάθος να μοιάσουμε (γιατί τ’ άρπαξαν ως έξυπνοι) και στο τέλος απολαμβάνουμε την πτώση τους (γιατί εμείς ποτέ δε μπορέσαμε). Κι όλα αυτά, πρωτοφανώς, υπό τη σκιά μιας φυτοζωούσας Εκκλησίας. Κάποιος να της βγάλει το σωληνάκι. Της πίστης. Της «ενημέρωσης». Του τρόμου.

Ευθανασία στον κλήρο ΤΩΡΑ! Διαφορετικά, ας τον πολεμήσουμε... με νίντζα.

Monday, March 28, 2005

Πως είπατε;

I don't speak the language
I can't understand a word
Where angels fear to tread
I've sometimes walked
and tried to talk
but how can I be heard
in such a world
when I am lost?
I'm doing what I do
to see me through
I'm going out
and carrying on as normal

Αφιερωμένο σε όσους παρερμήνευσαν posts και comments εδώ μέσα προσφάτως... Άτιμο πράμα η γλώσσα.

Sunday, March 27, 2005

Σήμερα... σπίτι!

Μπορεί να λέω και μαλακία γιατί τώρα ξύπνησα, δεν ξέρεις...

Λοιπόν, ας γράψω κάτι, διαφορετικά θα στιγματιστώ κι εγώ ως εκδρομέας των εορταστικών τριημέρων - και παίρνω όρκο για την αθωότητά μου.

Και τι κάναμε, δηλαδή; Ένα ελαφρύ κύλισμα προς το αλκοόλ σε συνδυασμό με το γνωστότατο «τη νύχτα μέρα». Κοινωνικές υποχρεώσεις. Highlight των ημερών, η ξαφνική εμφάνιση συμμαθήτριας και cult μορφής των γυμνασιακών χρόνων, που από μόνος μου δεν θα αναγνώριζα με τίποτα (ούτε κι ύστερα από μαρτυρική ανάκριση σαδιστών Ναζί ή και υπό την πίεση fun τερτιπιών μιας κάποιας Ιεράς Εξέτασης). Όχι πως είχαμε αλλάξει ή μεταμορφωθεί μετά από τόσα χρόνια. Κάτι κιλάκια παραπάνω... Εκείνη έκανε στήθος, εγώ στομάχα. Όπως προστάζει η φύσις. Πες το περιέργεια (ή ηλιθιότητα), αλλά τη ρώτησα από που με κατάλαβε. Πήρα την κλασική απάντηση (οι ψυλλιασμένοι αναγνώσται μπήκαν στο νόημα) κι αρχίσαμε τα τυπικά. Μου’ πε πως κάποτε ψάχτηκαν με κάτι τηλέφωνα τα παιδιά κι έκαναν ένα reunion, στην αρχή είχε πλάκα, αλλά όταν έπεσαν τα «ξύδια» δεν ήθελες να ήσουν εκεί μ’ αυτά που ακούστηκαν...

«Μήπως ήμασταν η τελευταία γενιά των party animals;» αναρωτιέμαι, καθώς συνεχίζω το γράψιμο. Περνάγαμε καλά, το αγριέψαμε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80 κι ύστερα κόπασε απότομα το πράμα. Όχι λόγω ωριμότητας. Απλά, ήρθανε τα trends. Όλα άρχισαν να παίρνουν άλλο όνομα, κώδικες συμπεριφοράς και πόζες διαφορετικές από τις δικές μας. Και μετά το χάος. Χωρίστηκαν οι δρόμοι μας. Άλλοι το γύρισαν σε οικογένειες με παιδιά, άλλοι την έκαναν για νησιά και κόλλησαν επιχειρηματικά, άλλους τους βούτηξαν τα drugs...

Με ρωτούσε ένας φίλος από LA αν είμαι μεθυσμένος, κάπου μετά τις πέντε το πρωί. «Καμία σχέση», του απάντησα. Είχα πλήρη συναίσθηση. Αλλά δεν ήταν αυτό που είχα ζητήσει...

Wednesday, March 23, 2005

Plan 9 from OuterBlog.

Κι ενώ οι Θεσσαλονικείς συνέρχονταν από τη χθεσινοβραδινή οινοποσία και το τρελό μπιφτέκι, ανώτατο κλιμάκιο των Αθηνών κατάστρωνε σχέδιο αντεπίθεσης σε lunch, εντός υπόπτου στοάς. Εθίχθησαν πολλά, πολλοί, χαρακτήρες και cast της πάλαι ποτέ «Δυναστείας», καθώς και η panacota!

Η συνέχεια επί του πληκτρολογίου...

Επι-τέλους.

Πως κλείνεις κάτι; Οτιδήποτε κι αν είναι αυτό... Γιατί όλα είναι κύκλος, με τέλος; Και γιατί αυτό το τέλος να μη σε γυρίζει πίσω, από εκεί που ξεκίνησαν όλα; Γιατί το τέλος πρέπει να είναι πάντα πικρό, χαμένο σε σκοτάδια που δε χωράνε επίλογους άλλους; Γιατί στην αληθινή ζωή δε μας δίνεται η ευκαιρία για ένα υστερόγραφο; Και, διάβολε, ποια είναι η καλύτερη τελευταία λέξη που πρέπει να πούμε πριν φύγουμε; Famous last words, κανείς;

Πολλές φορές σκέφτομαι πως αυτό που ζω δεν είναι κάτι συναρπαστικό. Έντονες στιγμές υπήρξαν, αλλά δεν είναι πια δικές μου. Η μνήμη μου θυμίζει κάτι που έχασα, όχι κάτι που είχα.

Όσοι με ξέρουν, έχουν καταλάβει το «κόλπο» μου. Η φυγή μέσα από δανεικές εικόνες είναι προφανής, ακίνδυνη κι εύκολη λύση μαζί. Αλλά δεν κρατάει πολύ. Κι εκεί πέφτει ένα τέλος... Που άλλοτε σου λέει πως «η ζωή είναι μια γιορτή» και σε καλεί να χορέψεις κρατώντας το διπλανό σου από το χέρι (κι όπου βγει), άλλοτε σου σκάβει το λάκκο για να σου πει πως πάνω στο μάρμαρο που θα σε σκεπάσει θα έπρεπε να είχαν χαράξει ένα «ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα», άλλοτε πάλι σε αποστομώνει και σου λέει να την κάνεις με ελαφρά ή δύσκολα πηδηματάκια γιατί «εδώ είναι Τσάιναταουν».

Μπορεί και να φταίω. Όπως όλοι μας. Άλλα περιμέναμε, αλλιώς φάγαμε τα μούτρα μας, προς τι όλη αυτή φασαρία, τελικώς, αφού ξέρουμε από την αρχή το φινάλε... Και γυρνάει το μυαλό μου πάλι σε κάτι πρόσφατο, με την υπογραφή μιας παλιάς αγάπης. Στο τέλος του «Melinda & Melinda», ο Γούντι Άλεν αναζητά μια ετυμηγορία ανάμεσα σε δύο όψεις της ζωής, το δράμα ή την κωμωδία. Συμπέρασμα δε βγαίνει. Κι έρχεται η ώρα της πρόποσης.

«Let's drink to good times. Comic or tragic, the most important thing to do is enjoy life while you can. We only go round once, and when it's over, it's over.»

Κι ύστερα κάνει ένα γύρισμα μαγικό. Για λίγα δευτερόλεπτα. Χαμογελάς. Ανάβουν τα φώτα. Βγαίνεις έξω. Και πάλι ζηλεύεις. Το σινεμά. Γιατί έξω από αυτό δε βρίσκεις το θάρρος. Ή εκείνο το γαμημένο το happy end.

Το αποψινό τέλος του «έργου» το’ χω ξαναδεί, αμέτρητες φορές. Αλλά, πριν πέσω για ύπνο, θα ήθελα να βγάλω και πάλι από μέσα μου αυτή την απορία. Με τρώει χρόνια.

Όταν τελειώνει μια αγάπη, ποιος από τους δύο έχει πεθάνει;

Ποτέ δε βρήκα την απάντηση...

Καληνύχτα.

Monday, March 21, 2005

Οι «λάκηδες».

Εδώ και κάμποσο καιρό παρατηρώ κάτι ενδιαφέρον σε σχέση με τους ντόπιους bloggers: τα Σαββατοκύριακα «λακίζουν»! Αντιθέτως, το σινάφι εξ αλλοδαπής (με βάση κάποιες σελίδες που παρακολουθώ ή φίλους «στο επάγγελμα») βγάζει τα λυσσακά του κάθε weekend - για να μη σχολιάσω και τις ανατριχιαστικές ώρες που ξυπνάνε...

Τι συμπεράσματα βγάζουμε από τον εξής καχύποπτο προβληματισμό μου;

α) Το blogging στην Ελλάδα θυμίζει το Δημόσιο. Είναι μια πενθήμερη, «υποχρεωτική» εργασία.
β) Οι ντόπιοι bloggers ΕΙΝΑΙ δημόσιοι υπάλληλοι (ή έχουν μετατρέψει τις εργασίες τους σε κάτι παρεμφερές)!
γ) Η πλειοψηφία των posts συγγράφονται εν ώρα εργασίας, κοινώς οι άνθρωποι θυσιάζουν το κωλοβάρεμά τους! Πρόκειται περί ηρωισμού, αν μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός...
δ) Οι περισσότεροι bloggers δεν πλησιάζουν τον προσωπικό τους (αν έχουν) υπολογιστή κατά τη διάρκεια του weekend.
ε) Άσχετο. Μερικοί bloggers δεν έχουν ύπνο...

Saturday, March 19, 2005

Όταν γυρίζεις σπίτι μόνος αργά το βράδυ...

... σημαίνει πως:

α) η μέρα ήταν όμορφη
β) δεν υπήρξε σεξ
γ) θα αργήσεις και να κοιμηθείς

Ακόμη ένα μικρό, ανόητο post.

Στάθηκα σ’ ένα περίπτερο. Έπρεπε να χαλάσω πενηντάρικο. Περιοδικά... Κάτι κορίτσια αναστατώνονται παραδίπλα. «Ωχ, όχι πάλι...», λέω μέσα μου. Νομίζω πως όλες μαζί παρότρυναν κάποια να παίξει το ρόλο του αγγελιοφόρου. Δε γύρισα καν να κοιτάξω με την άκρη του ματιού. Έκανα πως περιμένω τα ρέστα αφηρημένος, μέχρι που άκουσα μια γυναικεία φωνή από επικίνδυνα κοντινή απόσταση...

«Συγνώμη, να σας ζητήσουμε μια χάρη; Μπορούμε να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί σας;»

Με σημάδευαν ήδη με δύο κινητά τηλέφωνα. Αρνήθηκα ευγενικά, γέλασα διακριτικά και αποχώρησα με ευχαριστίες για τα καλά τους λόγια. Αναρωτιόμουν αν τους φάνηκα δύστροπος, καθώς συνέχισα να βηματίζω προς την πλησιέστερη πιάτσα ταξί.

Wednesday, March 16, 2005

Widescreen.

Η μέτρια όρασή μου με υποχρεώνει να ζω με γυαλιά μυωπίας. Ο σκελετός που διάλεξα να φορώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάπως widescreen, οπότε ανάλογο είναι και το οπτικό μου πεδίο.

Τα γυαλιά μου είναι το πρώτο πράγμα που πιάνω με το που ξυπνάω, τα γυαλιά μου επιτρέπουν να κυκλοφορώ έξω όπως όλοι σας, τα γυαλιά μου είναι το τελευταίο πράγμα που βγάζω από πάνω μου πριν πέσω για ύπνο. Όταν η ζωή μου δεν είναι widescreen, τα πάντα είναι θολά. Έξω από τα όρια αυτής της βιτρίνας των ματιών, ο κόσμος μου είναι επίσης θολός.

Η αγαπημένη μου θέα αυτού του κόσμου βρίσκεται συνήθως πίσω από παρμπρίζ αυτοκινήτων. Ίσως επειδή η εικόνα από εκεί μοιάζει να είναι widescreen. Κι αυτό το τζάμι φαντάζει αρκετά προστατευτικό από οτιδήποτε κυκλοφορεί γύρω μου... Σαν το τζάμι μιας τηλεόρασης, θα πείτε.

Στο σπίτι έχω μια widescreen τηλεόραση. Όταν δε βλέπω ταινίες, προτιμώ να είναι κλειστή. Αποφεύγω να τη χρησιμοποιώ για οτιδήποτε άλλο. Γιατί όταν προσπαθεί να με πείσει πως αυτό που απεικονίζει είναι η αληθινή ζωή, αυτό που συμβαίνει εκεί έξω, εγώ μονάχα την αίσθηση του απατηλού εισπράττω... Ένα θέαμα θολό, σε widescreen διαστάσεις. Κι ας φοράω τα γυαλιά μου.

Καληνύχτα.

Monday, March 14, 2005

Living room.

- Εσείς τι θα φάτε;
- Φρίκη.

Τελείωσε; Είμαι ασφαλής αν βγω έξω τώρα; Μάλλον όχι για σήμερα, θα έλεγα... Ας κάτσω και λίγο εντός, λοιπόν. Στο μικρό μου κρησφύγετο. Μακριά από τους χαρταετούς, τα τάπερ, τα χταποδάκια και τους ταραμάδες... Μακριά από τις καθημερινές «απολαύσεις» και το γιορτινό κλίμα τούτης της αργίας.

Πόσοι άνθρωποι μένουν συνειδητά μέσα τις Τσικνοπέμπτες, την Καθαρά Δευτέρα και σε κάμποσες άλλες γαμημένες γιορτές της Ορθοδοξίας; Θεωρούνται νορμάλ ή εκκεντρικοί; Μήπως πρέπει να τους κλείσουν σε κανένα άσυλο και να παίξει και μια θεραπεία αλά «Κουρδιστό πορτοκάλι»; Όπου θα είσαι δεμένος με τα μάτια ορθάνοιχτα και θα βλέπεις home videos με τραπεζώματα και μποτιλιαρίσματα στις Εθνικές, καθώς θα γεύεσαι το κοκορετσάκι και το χαλβά μαζί, σαν μια κοινή αναγούλα;

Είναι αστείο. Έχω φίλους που μου τη λένε: «Δεν είσαι Έλληνας εσύ...». Με αποτροπιασμό. Κανονικά. Ακόμη κι εκείνοι πάνω στους οποίους στηριζόμαστε για να πιστεύουμε ότι υπάρχουν φυσιολογικοί άνθρωποι γύρω μας δεν αναζητούν κάτι εναλλακτικό! Ούτε καν εκείνοι που δηλώνουν «εναλλακτικοί» στον τρόπο ζωής ή σε εμφάνιση. Αυτές τις μέρες θα τους δεις να κοροϊδεύουν τα πάντα, μα με τάσεις μιμητισμού, καταναλώνοντας όλα τα γνωστά στερεότυπα. Και δε μπορείς καν να το σαρκάσεις το κρούσμα...

Μήπως όταν είμαι εντός, ανήκω στο δικό μου ανεξάρτητο κρατίδιο των περιορισμένων τετραγωνικών μέτρων; Χάνω κάτι αν πω ότι προτιμώ αυτό που κάνω τώρα, να γράφω; Χάνω την αληθινή ζωή; Για μερικούς, πιθανότατα. Εγώ, πάλι, νομίζω πως θα την προλάβω και αύριο. Δεν θα έχουν αλλάξει πολλά, άλλωστε. Θα είμαι μια μέρα μεγαλύτερος. Μια μέρα λιγότερο ζωντανός. Και όλοι γύρω μου θα σκέφτονται την επόμενη μεγάλη αργία. Προφανώς.

Thursday, March 10, 2005

Όλο ερωτήσεις είσαι...

Ο φίλτατος κύριος Naftilos απαίτησε να post-άρω περισσότερα κείμενά μου κι εγώ είπα να αδράξω την ευκαιρία του... copy/paste με το εξής δημοσιευθέν τον περσινό Οκτώβρη. Το είχα διασκεδάσει αυτό το «παιχνίδι» με τις ερωτήσεις... Επειδή, λοιπόν, το «Πριν το Ηλιοβασίλεμα» κυκλοφόρησε πρόσφατα σε DVD, ίσως φανούν χρήσιμα και πάλι τα παρακάτω:

Αν κάποτε συναντούσατε ξαφνικά τον άνθρωπο που μοιάζει να είναι ο ιδανικός σύντροφος της ζωής σας, θα πιστεύατε ότι μπορείτε ν’ αλλάξετε τον κόσμο; Κι αν αυτές οι 14 ώρες «σχέσης» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα παραλήρημα πάθους; Αν όλο αυτό το φλερτ δεν ήταν παρά ένα αστείο για να περάσει η ώρα περιμένοντας το τρένο, το πλοίο ή την όποια πτήση; Θα δίνατε ένα στοίχημα με τον εαυτό σας ή εκείνη/ον για μια μελλοντική συνάντηση ξανά; Θα δίνατε ελπίδες σε μια τέτοια υπόσχεση; Θα την τηρούσατε; Κι αν δεν εμφανιζόσασταν στο ραντεβού; Ή αν το «πρόσωπο» ήταν εκείνο που θα σας έστηνε; Τι θα σκεφτόσασταν μετά; Πως δεν υπάρχει αγάπη;

Κι αν μετά από μια δεκαετία σχεδόν οι δρόμοι σας συναντιόντουσαν ξανά, πως θα αντιμετωπίζατε το παρελθόν; Την αλήθεια; Ποιος θα τολμούσε να πει αν πήγε ή δεν πήγε; Ποιος θα τολμούσε να φανερώσει πως ήταν ο πιο ερωτευμένος από τους δύο; Πως θα περνούσε η ώρα μεταξύ σας; Πόσες κουβέντες μισές για τα χρόνια που πέρασαν χωριστά θα ανταλλάσσατε; Πόσες ευκαιρίες θα δίνατε σ’ αυτή τη... δεύτερη ευκαιρία;

Κι αν η μοίρα το έφερνε μέσα σε τόσα χρόνια να έχετε βρει το ταίρι σας; Ή να είχατε φτιάξει οικογένεια; Ή να ήσασταν ένα ράκος από τους απανωτούς χωρισμούς; Γιατί το μυαλό σας, η φαντασία και τα όνειρά σας ακόμη έχουν μονάχα ένα πρόσωπο φυλαγμένο γι’ αγαπημένο; Εκείνο που αφήσατε χρόνια πριν και τώρα αντικρίζετε ξανά για να λογαριάσετε τι χάθηκε από εκείνες τις ώρες; Άραγε, χάθηκε η σπίθα; Πως μπορείτε να εξερευνήσετε τα μυστικά της ψυχής της/του; Πόσα έχουν αλλάξει, διάβολε; Και γιατί ενώ στέκεστε πάλι ο ένας δίπλα στον άλλον, δε μπορείτε να ξεστομίσετε πως όλα ήταν μισά στη ζωή σας από εκείνη τη μέρα; Γιατί δεν αρπάζετε τη μοίρα από τα μαλλιά και γιατί δεν χάνεστε από το πρόσωπο αυτής της γης; Γιατί φοβάστε το ποιος θα πληγώσει περισσότερο τον άλλο; Γιατί ποτέ δεν τολμάτε να αφήσετε τον πόνο να πάει ακόμη πιο βαθιά για να τελειώσει; Γιατί δε νοιώθετε πως τις ίδιες πιθανότητες έχετε να βρείτε τη λύση, τη γιατρειά; Μιλάτε ώρες τώρα, αλλά νόημα βγάζετε;

Τι κι αν ο χρόνος και πάλι δεν είναι αρκετός; Έχετε τη δύναμη να παλέψετε το υπόλοιπο που σας έμεινε με τόσα ερωτήματα; Κι αν αυτό το υπόλοιπο δεν είναι μονάχα τα 80 λεπτά μιας ταινίας αβάσταχτα ρομαντικής αλλά η ίδια σας η ζωή; Θα βρείτε το κουράγιο μετά την έμπνευση που σας δίνει το σινεμά; Θα προσπαθήσετε να κοπιάρετε τα υπέροχα τσιτάτα του Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ που κάνουν τη λογοδιάρροια να μοιάζει με χείλη που πλησιάζουν να φιληθούν μα στέκονται απόμακρα, αφημένα σε τρεμάμενες λέξεις; Θα πείτε πως εκείνος ή εκείνη είναι πλάσματα ακόμη πιο όμορφα από τους ιδανικούς εραστές της Ζιλί Ντελπί και του Ίθαν Χοκ; Θα τολμήσετε να πείτε πως αυτό που ζήσατε εσείς ήταν ακόμη πιο όμορφο γιατί ήταν αληθινό; Θα σνομπάρετε αυτά που βλέπετε στο πανί σαν ανοησία ή θα τα κοντράρετε με θετική ενέργεια; Θα βγείτε από την αίθουσα γεμάτοι ερωτήματα για το πόσα πράγματα μπορεί να αφήσατε πίσω, κάνοντας άλλες επιλογές; Θα σας πάρει από κάτω ή σας κάνει να γυρίσετε τον κόσμο ανάποδα για να ξαναβρείτε εκείνη την αγάπη; Ή έστω την ελπίδα να αναζητήσετε κάτι που θα της μοιάσει; Μήπως, πάλι, θα διαλέξετε να παραμείνετε στις αναμνήσεις; Γιατί δε θα καταλάβετε ποτέ πως αυτές οι αναμνήσεις είναι πιο γλυκές όταν δε σε φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με το παρελθόν;

Μήπως τόση ώρα εκτίθεμαι ως ρομαντική κι αγαπησιάρικη ψυχή; Και γιατί δεν το έχω φορτώσει στα «αστεράκια» το έργο; Γιατί έχω κι εγώ την ψευδαίσθηση ότι έχω βιώσει κάτι πιο δυνατό από αυτό που γέννησε η πένα του Λίνκλεϊτερ, παρέα με το ζευγάρι των πρωταγωνιστών του; Γιατί ο δυσκοίλιος «κριτικός» μέσα μου υπερίσχυσε του ανθρώπινα ευάλωτου; Θέλετε μια απάντηση;

Γιατί κι εγώ έχω δει τη Νίνα Σιμόν σε συναυλία αλλά δεν έκανα έτσι...

Wednesday, March 09, 2005

Αμόλα καλούμπα.

Μετά το ισχυρό εκκλησιαστικό σοκ, ήρθαν και τα γενέθλια της Νέας Δημοκρατίας ως κυβέρνηση...

Που έχω βάλει το διαβατήριό μου;

Υ.Γ. Μωρέ, δε φουσκώνετε κανένα αρχίδι, μπας και γίνετε μπαλόνια και φυσήξει κι ένα αεράκι να σας πάρει;

Note to self: αν δεις πολλά αρχίδια να πετάνε δεμένα με σπάγκο την Καθαρά Δευτέρα, τότε το blog σου είναι δημοφιλές.

#5 Ιός

Ο Σ. συνήθιζε να γυρίζει σπίτι ξημερώματα. Γαμιόταν όλη νύχτα στα dark rooms των gay bars, στα πάρκα, στις τουαλέτες, σε δωμάτια ξενοδοχείων. Όπου υπήρχε ευκαιριακό σεξ. Δεν έλεγε όχι σε κανέναν. Ούτε και στις πιο kinky παρτούζες που μπορούσε να διανοηθεί άντρας με τις πιο παράξενες ορέξεις. Ο Σ. ήταν HIV+. Και στ’ αρχίδια του όλοι. «Με ή χωρίς προφυλακτικό;», τον ρωτούσαν. Εκείνος άνοιγε τα πόδια, έσκυβε ή γέμιζε το στόμα του με την καύλα του καθενός. Έτσι την είχε αρπάξει, άλλωστε. Έτσι είχε αποφασίσει να φύγει κι από τούτη τη ζωή. Σαν εκτελεστής. Όχι τιμωρός. Δεν τα είχε με κανέναν. Απλά, σκότωνε με το ίδιο νόμισμα...

Από αγάπη; «Βάλε μια σονάτα του Σοπέν και κάτσε να κλάψουμε μαζί», ήταν η αγαπημένη του ατάκα. Δε ζητάνε τέτοια πράγματα από παιδιά σα τον Σ. Πανέμορφος και με κορμί καλογυμνασμένο και απίστευτα ποθητό, είχε όποιον ήθελε στα πόδια του. Για την ακρίβεια, αυτή ήταν μια από τις αγαπημένες του στάσεις... Που να βρεις αγάπη έτσι; Κάθε μέρα με άλλον;

Αν και ήθελε να πεθάνει, κάποια στιγμή κατάλαβε πως αυτό που έκανε ήταν σκέτη τρέλα. Όχι πως άλλαξε συμπεριφορά ύστερα. Κάτι φάρμακα άρχισε να παίρνει και επισκεπτόταν μια κλινική πιο τακτικά. Εκεί γνώρισε την Τ. Νοσοκόμα το επάγγελμα. Ψυχοπονιάρα, αλλά με την καλή έννοια. Τόσο που άρχισε να τη θαυμάζει ο Σ. Και της ζήτησε να βγουν έξω μια φορά. Είχε ανάγκη από παρέα και την «έριξε» εύκολα με το δράμα του. Πρόβλημα μαζί του δεν είχε κι εκείνη. Ούτε σιχαινόταν ή φοβόταν μη και κολλήσει τίποτα. Στο τέλος, το καθιέρωσαν. Έβγαιναν πιο συστηματικά, βόλτες, σινεμά, φαγητό, για ποτό αργότερα. Κι όταν την άφηνε, ο Σ. έτρεχε στα δικά του τα μέρη.

Κάποτε τη ρώτησε γιατί ήτανε μόνη. «Παιδιά δεν κάνω, βρε αγόρι μου. Ποιος να με πάρει εμένα;», του είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει για να μη βάλει τα κλάματα... «Έχεις εμένα», της είπε ο Σ. και τη φίλησε στο μάγουλο. Και της έφυγαν τα δάκρυα, δε μπορούσε.

Η κατάστασή του χειροτέρευε και η Τ. τον έβλεπε να φεύγει αργά απ' τη ζωή. Μια νύχτα την πέρασε ολόκληρη δίπλα του, μιλώντας. Εκείνος δεν έπιανε πολλά, θα έφταιγαν τα φάρμακα. Τον ρώτησε αν είχε πάει ποτέ με γυναίκα. Ο Σ. έβαλε τα γέλια. Λίγο αργότερα, έσπρωχνε το πέος του μέσα της. Σε στύση. Και χωρίς καμιά προφύλαξη. Με τα δάχτυλά της μέσα στο στόμα του. «Σ’ αγαπάω», του είπε και τέλειωσαν μαζί.

Πέρασαν μήνες. Η Τ. δε μπόρεσε να πάει στην κηδεία του. Η σύμπτωση ήταν ανεξήγητη. Τη μέρα που πέθαινε ο Σ., εκείνη γεννούσε πρόωρα. Ένα αγοράκι υγιέστατο. Το δικό του παιδί.

Tuesday, March 08, 2005

Διάλογος.

- Σου είπε τι θα κάνουμε;
- Δε θέλει να βγούμε έξω.
- Ναι, αλλά εμένα με εκνευρίζει αυτό. Ήθελα να πάμε να πιούμε!
- Να σου πω την αλήθεια, σε μπαρ δεν πήγαινα. Για φαγητό, ίσως. Είχα ρωτήσει και τους άλλους, εν τω μεταξύ. Συμφωνούσαν.
- Πες μας και εγωιστές τώρα...
- Του ζητάς ν’ ανοίξει την τηλεόραση να κάνουμε λίγη πλάκα, τουλάχιστον;
- Δε μιλιόμαστε απόψε. Και βάζω στοίχημα πως δεν έχει διάθεση. Blog-άρει. Με Chopin.
- Τρομάρα μας!
- Εσύ έχεις τίποτε άλλο να κάνεις;
- Βασικά, είμαι σε φόρτο. Μου έχει ρίξει κάτι deadlines και δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ αν δεν τελειώσω αυτό το project με τις μικρές ιστορίες. Γι’ αυτό ήθελα να την «κάνουμε»... Θα χτυπήσω creative block και θα τ’ ακούσω!
- Δε μπορούμε χωρίς αυτόν. Πόσες φορές θα σου το λέω;
- Ναι. Αλλά είμαστε περισσότεροι. Γιατί δεν σκαρφιζόμαστε κάτι για να του αλλάξουμε γνώμη;
- Αφού είμαστε ένα μυαλό, ανόητε!
- Σταμάτα να αυτοσαρκάζεσαι.
- Αφού μας αρέσει.
- Θα συμφωνήσω.
- Το ήξερα.
- Κι αυτός, επίσης...

Saturday, March 05, 2005

Απειλή!

Αν δε δω comment σε αυτό το post, θα κρατήσω την αναπνοή μου!

Thursday, March 03, 2005

Τι θα κάνεις απόψε;

Γυρίζοντας σπίτι από τη δουλειά, σχετικά αργά. Κίνηση. Ζευγάρι ρασοφόρων διασχίζει το δρόμο. Τρελοί καρναβαλιστές, προφανέστατα. Έξω από το Fever να γίνεται της πουτανός. Ο οδηγός του ταξί σκέτη απόλαυση. Αφού μου διηγήθηκε πως αυτός και η γυναίκα του πλήρωσαν πενήντα ευρώ σε ταβέρνα στους Θρακομακεδόνες (ή κάπως έτσι, τέλος πάντων), μου μεταφέρει τις ανησυχίες του για τον υιό που πηγαίνει τελευταία τάξη στο λύκειο. Το παιδί είναι σε ομάδα πόλο, παίζει βιολί και θέλει να περάσει «στα κομπιούτερ». Άμα δε μπει, όμως, λέει να στραφεί προς τη δημοσιογραφία. «Λαμπρά», του απαντώ...

Μπαίνω στο σπίτι. Έχω ήδη αρνηθεί διάφορες προσκλήσεις για νυχτερινή έφοδο (λόγω ημέρας). Που να πάω εκεί έξω, με όλους τους τρελούς; Ανοίγω τηλεόραση. Πετυχαίνω κάτι κλαρίνα. Κλείνω τηλεόραση. Μπαίνω στο blog μου. Peace. Αισθάνομαι ασφαλής.

Καληνύχτα.

Ανακοίνωση λυπητερή.

Δυστυχώς, το blog αυτό δεν σκοπεύει να αυτοκτονήσει.

Τώρα είστε ελεύθεροι να επιστρέψετε στη ζωή σας.

It’s only showbiz... *

Μερικά πράγματα που συγκράτησα τις τελευταίες μέρες από τον υπέροχο κόσμο της αλλοδαπής σόου μπίζνας:

α) Δεν ξέρω πόσοι είδατε το βιντεάκι, αλλά ο Φρεντ Νταρστ γαμεί άθλια. Χειρότερα κι από αυτό που σου κάνουν οι δίσκοι του!

β) Αν συνεχίσει να βάφεται έτσι ο Κλιντ Ίστγουντ, σε λίγο θα τον μπερδεύουν με τη Μάγκι Σμιθ.

* … and I don’t like it.

Tuesday, March 01, 2005

Δε μπορώ τώρα...

...έχω deadline.

Μουσικό χαλί με το λαϊκό άσμα "Υπάρχω".

Υ.Γ. Θέλω όλες οι μικρές ιστορίες που έχω γράψει να γίνουν μικρού μήκους ταινίες και όλες τους να κερδίσουν Όσκαρ, που δεν θα πάρω εγώ γιατί δεν είμαι σκηνοθέτης, γι' αυτό θα τους σκοτώσω όλους, θα πάρω τα Όσκαρ τους και στο τέλος θα με κλείσουν ισόβια πολλάκις.

Μετά αυτό μπορεί να γίνει μια εξαίρετη ταινία μεγάλου μήκους.