Thursday, January 20, 2005

#3 Colder.

Αν και ήταν φίλος μου, ο Γ. δεν αποκάλυπτε ποτέ τίποτα γύρω από την προσωπική του ζωή. Κανείς δεν ήξερε που έμενε, κανείς δε μπορούσε να μιλήσει για την καταγωγή του, ουδέποτε είχαμε κάποια πληροφορία γύρω από την οικογενειακή του κατάσταση. Γι’ αυτά αναρωτιόμασταν μονάχα όταν ο Γ. δεν ήταν μαζί μας, στην παρέα. Τον υπόλοιπο χρόνο, κανείς δεν τολμούσε να κάνει τέτοια κουβέντα...

Ένα βράδυ περπατούσα με τον Γ. Δεν ήταν επειδή διαφωνούσαμε σε κάτι ή είχαμε τσακωθεί, αλλά πάνω σε μια στιγμή μάλλον παθιασμένη, γύρισε απότομα προς μια βιτρίνα στα δεξιά του, έσφιξε τη γροθιά και χτύπησε με δύναμη το τζάμι. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί τόσο πολύ αίμα στη ζωή μου. Έδειχνε, όμως, να τα πηγαίνει μια χαρά. Ούτε καν διαμαρτυρήθηκε για τον πόνο. Αρνήθηκε να πάμε σε ένα νοσοκομείο. Και μου ζήτησε να τον συνοδεύσω μέχρι το σπίτι του. Παραγνωρίζοντας το ρίσκο υγείας που μπορεί να έπαιρνε με αυτή του την απόφαση, δέχτηκα. Ήταν αυτονόητο πως κανείς απ’ όσους γνώριζαν τον Γ. δεν θα έπραττε διαφορετικά.

Από το κέντρο της πόλης απομακρυνθήκαμε πολύ. Η διαδρομή ήταν δύσκολη και λόγω του ότι είχε νυχτώσει, δεν είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να την επαναλάβω χωρίς την καθοδήγησή του. Όταν μου είπε «Φτάσαμε», αντίκρισα κάτι τόσο μεγαλόπρεπο και γοτθικό, λες και ήτανε βγαλμένο από έργα του Edgar Allan Poe. Μέσα ερημιά. Ούτε ψυχή, που λένε. Τον βοήθησα με την πληγή και σαν αντάλλαγμα, αν και ήταν κουρασμένος, προσφέρθηκε να με ξεναγήσει στα αχανή δωμάτια της οικίας του, αφήνοντας για το τέλος έναν μακρύ διάδρομο. Κατέληγε σε μια πόρτα, φυσικά. Μια πόρτα που σίγουρα δεν είχε ανοίξει κανείς για καιρό. Όλα τα σημάδια αυτό δήλωναν.

Ύστερα από δική του προτροπή και έχοντας πάρει από τον Γ. το απαραίτητο κλειδί, άνοιξα μόνος τη μυστηριώδη πόρτα. Έκανε κρύο, απότομα. Κι η μυρωδιά του δωματίου δε μου θύμιζε τίποτε από τον δικό μας κόσμο. Το μόνο πράγμα που φώτιζε μέσα ήταν η πλάτη δύο μεταλλικών κατασκευών που σα να έκρυβαν κάτι. Γύρισα να κοιτάξω προς τη μεριά του Γ. πριν προχωρήσω. Είχε φτάσει μέχρι την πόρτα. Δε θέλησε να με σταματήσει. Πλησιάζοντας, κατάλαβα πως αυτά τα δύο μακρόστενα, οριζόντια «κουτιά» δε χρησιμοποιούσαν ενέργεια μόνο για τον φωτισμό τους. Ήταν παγωμένα γιατί η χρηστικότητά τους το απαιτούσε. Ήταν ψυγεία! Μέσα τους, δύο λεπτές, φτιαγμένες από ξύλο πολυθρόνες, μεγαλόπρεπες μα και τόσο λιτές. Άρμοζαν τέλεια στο σοβαρό παρουσιαστικό δύο άψυχων κορμιών, ντυμένων επίσημα και σε στάση που σου έδινε την εντύπωση πως ο άνδρας ήθελε να πιάσει το χέρι της γυναίκας δίπλα του. Τους χώριζε, όμως, η απόσταση, το απροσπέλαστο μέταλλο - και η ίδια η ζωή.

Παρά το έντονο σοκ, ήμουν σε θέση να ακούσω τον Γ. να ψιθυρίζει κάτι. Ονοματεπώνυμα, έτος γέννησης, θανάτου, αίτια. Κανείς μας δεν ήξερε πόσο πολύ αγαπούσε τους γονείς του ο Γ. Χωρίς να με γελά η μνήμη μου, τα τελευταία λόγια που άκουσα ποτέ από θνητό ήταν αυτά: «Αλλά μου ήταν αδύνατο να τους θάψω».

5 Comments:

Blogger dystropoppygus said...

Καλως.

5:38 PM  
Blogger vague tourist said...

Όμορφα.

10:17 PM  
Blogger l'esprit de l'escalier said...

Από τα 4, αυτό με απασχόλησε περισσότερο. Το διάβασα τρις. Την πρώτη φορά δυσφόρησα (και ήθελα να κάνω editing!), τη δεύτερη είχα απορίες, την τρίτη το άφησα να με καταπιεί, κι ας πάνε στο καλό οι εξηγήσεις. Μου αρέσει το ήσυχο σκοτάδι των διηγημάτων σου.

4:37 PM  
Blogger vague tourist said...

Πολλούς έχει σοκάρει αυτή η ιστορία. Εγώ αγαπώ την ανατροπή των τελευταίων πέντε αράδων. Συνοψίζει τα πάντα και σε αφήνει να καλύψεις τα κενά με εικόνες. Φρίκης. Δικές σου.

1:53 PM  
Blogger l'esprit de l'escalier said...

Ακριβώς.

4:35 PM  

Post a Comment

<< Home